Αθήνα, 15 Μαρτίου 2010
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Επισήμως, στο ελληνικό κρατικό κανάλι ΕΡΤ διαψεύσατε ότι στη συνάντηση Ομπάμα-Παπανδρέου υπήρξε κάποια συγκεκριμένη πρόταση εκ μέρους των ΗΠΑ σχετικά με τις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, το μεγαλύτερο δίλημμα της κοινής γνώμης είναι εάν οι διαπραγματεύσεις επικεντρώνονται στο ζήτημα της ονομασίας ή, όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση, υπό διαπραγμάτευση είναι και η εθνική ταυτότητα και η γλώσσα»;
κ. Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ: «Όπως γνωρίζετε, η εντολή των Ηνωμένων Εθνών και του κ. Νίμιτς, ειδικού απεσταλμένου του Γ.Γ. του ΟΗΕ, προβλέπει συμφωνία για οριστικό όνομα της χώρας σας. Επικεντρωνόμαστε ακριβώς σε αυτό. Αυτό είναι το ζήτημα για το οποίο πρέπει να συνομιλήσουμε. Νομίζω πως δεν είναι χρήσιμο η όλη διαδικασία να επιβαρύνεται με επιπρόσθετα ζητήματα που δεν συμπεριλαμβάνονται στην εντολή των Ηνωμένων Εθνών. Κάτι τέτοιο δεν βοηθά τη διαδικασία. Ωθεί προς τα πίσω τη προοπτική επίτευξης συμφωνίας. Θέλουμε να επιτύχουμε διευθέτηση. Ακριβώς σε αυτό εστιάζουμε. Το πρόβλημα είναι ότι η Μακεδονία είναι γεωγραφική περιοχή και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιοχής βρίσκεται στην Ελλάδα, το άλλο, όπως γνωρίζετε στη Βουλγαρία, ενώ το τρίτο είναι η χώρα σας. Νομίζουμε ότι η συμφωνία για την οποία πρέπει να συναινέσουμε πρέπει να αντικατοπτρίζει αυτή την πραγματικότητα και πρέπει να βοηθήσει στη διαμόρφωση της απαραίτητης σαφήνειας. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι το όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό είναι απαραίτητο και ότι αυτό είναι μια πολύ δίκαιη λύση, καθώς και ότι αυτό θα διασφαλίσει όνομα της χώρας σας, για το οποίο θα μπορείτε να είσαστε υπερήφανοι και δια του οποίου θα επιτύχουμε την απαραίτητη διασαφήνιση και δεν θα αφήνει γκρι ζώνες. Αυτό ακριβώς σκεπτόμαστε. Το όνομα για το οποίο θα συμφωνήσουμε οπωσδήποτε πρέπει να χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση και από όλους, διότι πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και σαφείς. Θέλουμε να επιτύχουμε αντικειμενική λύση και συμφωνία γι’ αυτό το ζήτημα. Μόνον έτσι μπορούμε να κάνουμε λόγο για πραγματική συμφωνία. Δεν θέλουμε να υπάρξει συνέχιση της παρούσας κατάστασης, η οποία δεν βοηθά ούτε τη μία, ούτε την άλλη πλευρά. Θέλουμε να υπάρξει τελική και πραγματική συμφωνία, η οποία θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να επικεντρωθούμε, και οι δύο χώρες, σε αυτό που θεωρείται το κοινό μέλλον μας. Το μέλλον αυτό είναι στην Ευρώπη, στην ΕΕ, την ευρωπαϊκή μας οικογένεια. Σε αυτή την πορεία και με τις προσπάθειές της η Ελλάδα θα καταστεί πραγματικός εταίρος και ειλικρινής φίλος της χώρας σας. Γι’ αυτό λέω: ας καθίσουμε και με εποικοδομητικό τρόπο, στο πλαίσιο της διαδικασίας του ΟΗΕ, να εξεύρουμε λύση, με την οποία όλοι μας θα συμφωνήσουμε».
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Το θέμα σχετικά με την πολιτική του εξαρχαϊσμού. Εάν αποσυρθούν οι προηγούμενες αποφάσεις για τη μετονομασία των αεροδρομίων και του Διαδρόμου 10 σε “Αλέξανδρος ο Μέγας” τί θα συνέβαινε σε αυτή την περίπτωση. Σε τί είδους ενέργειες θα προέβαινε η Ελλάδα ως ένδειξη καλής βούλησης»;
κ. Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ: «Νομίζω πως είναι προφανές. Όπως βλέπετε, ακόμη και οι Βρυξέλλες χρειάστηκε να επινοήσουν νέο όρο για να περιγράψουν τη συγκεκριμένη πολιτική. Είναι γεγονός, όμως, και πρέπει να είμαστε αμοιβαία ειλικρινείς. Τέτοιες κινήσεις δεν συνεισέφεραν καθόλου στην όλη διαδικασία, ούτε στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των χωρών μας. Απόλυτα ειλικρινά και ξεκάθαρα θα πω πως αυτές οι κινήσεις ενόχλησαν και προσέβαλαν τον ελληνικό λαό. Θέλουμε να επικεντρωθούμε σε θετικά πράγματα. Το μέλλον μας είναι κοινό, στην ΕΕ, και αυτό θα πρέπει να είναι ο πραγματικός στόχος μας. Εκεί ακριβώς πρέπει να επικεντρωθούμε αληθινά και να καταθέσουμε όλες τις προσπάθειές μας. Θα προσθέσω ακόμα κάτι γιατί πιστεύουμε τόσο πολύ στο κοινό μας μέλλον στην ΕΕ. Θα σας υπενθυμίσω ότι η Ελλάδα το 2003 πάλι, ενόσω ασκούσε την Προεδρία της ΕΕ, έλαβε απόφαση στο πλαίσιο της ΕΕ και όλων των χωρών-μελών της ΕΕ για πιθανή ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, η γνωστή ως “Ατζέντα της Θεσσαλονίκης”. Αυτή ήταν καθοριστική στιγμή για την ΕΕ και τις σχέσεις της με τα Βαλκάνια. Εκείνη τη στιγμή η ΕΕ πράγματι έδωσε σαφή προοπτική για το ευρωπαϊκό μέλλον όλης της περιοχής, όπως επίσης και της χώρας σας. Τώρα η Ελλάδα και η νέα ελληνική Κυβέρνηση, ο Έλληνας Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, εκ νέου παρουσίασαν νέα πρωτοβουλία, νέα πρόταση, τη λεγόμενη “Ατζέντα 2014”, η οποία προβλέπει πως και πάλι τώρα, επτά χρόνια αφότου ξεκινήσαμε αυτή την πολιτική, πρέπει να υπενθυμίσουμε σε όλους, όπως και στην ΕΕ, ότι τα Βαλκάνια και οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων έχουν σαφή ευρωπαϊκή προοπτική. Με αυτή την πρωτοβουλία εκ μέρους της Ελλάδας, όλοι στην ΕΕ αναφέρονται εκ νέου στα Βαλκάνια και την ευρωπαϊκή τους προοπτική με σοβαρό τρόπο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Θα αξιοποιήσω την ευκαιρία προκειμένου να εξηγήσω την ιδέα της “Ατζέντας 2014”. Είναι σημαντικό και για την ΕΕ και για τη χώρα σας, να κατανοήσει ο λαός σας τί σκέφτεται η Ελλάδα με αυτή την Ατζέντα. Η Ατζέντα αυτή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά εκ νέου αναφορά σε ένα μοντέλο ειρήνης, στις σχέσεις καλής γειτονίας με όλες τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Λέμε ότι το 2014 συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος ξεκίνησε από το Σεράγεβο και κατά κάποιο τρόπο αποτελεί τη ρίζα πολλών ανοικτών συγκρούσεων στην περιοχή των Βαλκανίων για τις οποίες είμαστε μάρτυρες. Λέμε ότι εκατό χρόνια αργότερα ο κύκλος αυτός της βίας στα Βαλκάνια πρέπει να κλείσει, ενώ η ΕΕ, συμφωνώντας να δεί τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων ως δυνητικά μέλη της Ένωσης θα διαδραματίσει τεράστιο ρόλο σε αυτό. Αναφέρομαι σε όλα αυτά, προκειμένου να κατανοήσουν όλοι πως, όταν η Ελλάδα κάνει λόγο για ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών των Βαλκανίων, όπως και για ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας σας, αυτή είναι μια ειλικρινής δήλωση και ειλικρινής προσέγγιση, ότι η Ελλάδα δεν έχει κρυφή ατζέντα και, όταν κάνουμε λόγο για Ευρώπη και Δυτικά Βαλκάνια, για Ευρώπη και για τη χώρα σας, η Ελλάδα πιστεύει πολύ σε αυτό».
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Η ελληνική ρητορική όσον αφορά στην ένταξή μας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ είναι καλά γνωστή, όπως και η επιθυμία και η στήριξή σας να καταστούμε μέλος των θεσμών αυτής της οικογένειας. Γιατί ποτέ δεν έχει αποδειχθεί και επιδειχθεί η καλή βούληση και οι σχέσεις καλής γειτονίας και φιλίας, μη ορθώνοντας εμπόδια με τέτοιο τρόπο και δίδοντας πράσινο φως ώστε να καταστούμε μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ υπό το προσωρινό όνομα»;
κ. Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ: «Επιτρέψτε μου να τονίσω και πάλι ότι επικεντρωνόμαστε και εστιάζουμε το ενδιαφέρον σε μια πραγματική, τελική λύση για επίτευξη συμφωνίας σχετικά με αυτό το ζήτημα που υπάρχει μεταξύ των δύο χωρών. Να τονίσω επίσης ότι και το ΝΑΤΟ και η ΕΕ ως Οργανισμοί έλαβαν αυτές τις αποφάσεις μέσω της λεγόμενης ομοφωνίας. Αυτή είναι μια απόφαση όλων των χωρών-μελών των συγκεριμένων Οργανισμών. Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ λειτουργούν επίσης σύμφωνα με την αρχή της αλληλεγγύης. Αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός όρος και για την ΕΕ. Οι Οργανισμοί αυτοί είπαν ότι αναμένουν να καλωσορίσουν τη χώρα σας, να καταστεί μέλος αλλά πρώτα πρέπει να επιλυθεί το ζήτημα που υπάρχει μεταξύ μας, το ζήτημα της ονομασίας. Γι’ αυτό θέλουμε να επικεντρωθούμε σε αυτό. Θα πω κάτι ακόμη σχετικά με την ΕΕ. Όλοι αναφέρονται μόνον στον καθορισμό ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη χώρα σας. Πιστέψτε με, δεν είναι αυτό το δύσκολο πράγμα. Άμεσα, μόλις επιλύσουμε το ζήτημα της ονομασίας όλα θα προχωρήσουν πολύ γρήγορα. Πραγματική δυσκολία αποτελούν αυτές καθ’ εαυτές οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Θα πρέπει να διαπραγματευτείτε, όπως και κάθε άλλη υποψήφια στο παρελθόν. Γίνεται λόγος για 31 κεφάλαια. Αυτές είναι πολύ δύσκολες διαπραγματεύσεις και κατά τη διάρκειά τους η χώρα σας θα χρειαστεί πραγματικούς φίλους και εταίρους στους οποίους θα στηριχθεί. Ειλικρινά μπορώ να σας πω ότι άμεσα, μόλις επιτύχουμε συμφωνία στο ζήτημα της ονομασίας και μόλις ξεκινήσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις, η Ελλάδα μπορεί και θα καταστεί πραγματικός φίλος και εταίρος κατά τη διάρκεια αυτών των διαπραγματεύσεων».
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Το 2001, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, ο κ. Σαμαράς είχε πει πως πιστεύει ότι δεν θα υπάρξει ανάγκη για διαπραγματεύσεις για το όνομα, διότι εάν περιμένουμε, είπε, δεν θα υπάρχει άλλη πλευρά για να διαπραγματευτούμε. Με αυτή την αναβολή γύρω από την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας, το οποίο διαρκεί επί δύο περίπου δεκαετίες, κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει ότι επιθυμία σας ήταν η αποσταθεροποίηση της χώρας».
κ. Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ: «Νομίζω πως όποιος βλέπει τα πράγματα σαφώς θα καταλήξει στο συμπέρασμα και θα κατανοήσει ότι ακριβώς το αντίθετο είναι η αλήθεια. Η σταθερότητα της χώρας σας αποτελεί προτεραιότητα της Ελλάδας, όπως και της εξωτερικής μας πολιτικής. Νομίζω πως σε πολιτικό αλλά και σε οικονομικό επίπεδο η Ελλάδα επέδειξε πλήρη στήριξη για τη χώρα σας. Θα αναφέρω μόνον ότι σε οικονομικό επίπεδο είμαστε υπερήφανοι που είμαστε ο μεγαλύτερος επενδυτής στη χώρα σας, ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις διαδραματίζουν ρόλο συνεισφοράς και διασφαλίζουν χιλιάδες θέσεις εργασίας στη χώρα σας και μάλιστα κατά τη διάρκεια της δύσκολης οικονομικής περιόδου με διεθνείς διαστάσεις. Αυτά τα άλλα πράγματα είναι σημαντικά και πρέπει να υπενθυμίζονται και να καταδεικνύονται στην κοινή γνώμη της χώρας σας. Ίσως ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών είναι ότι μας ενδιέφερε τί είδους επαφές είχαμε από το 1999 έως το 2004, όταν ΥΠΕΞ της Ελλάδας ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου και ίσως σας προκαλέσει έκπληξη –όχι, όμως, και σε εμάς- το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο ο μεγαλύτερος αριθμός επαφών είχε πραγματοποιηθεί με επισήμους από τα Σκόπια. Θεωρώ πως αυτό είναι ενδεικτικό της σημασίας που αποδίδει η Ελλάδα στις σχέσεις μας».
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: «Είπατε ότι έχουμε εξαιρετικές οικονομικές σχέσεις και ότι είσαστε ο μεγαλύτερος επενδυτής. Πότε ο κ. Παπούλιας και ο κ. Παπανδρέου θα μας επισκεφθούν στα Σκόπια και θα πραγματοποιήσουν συναντήσεις με τους ομολόγους τους; Ενδέχεται να περιμένετε να εκλεγεί κάποια άλλη Κυβέρνηση και τότε να έχετε συναντήσεις με αξιωματούχους της χώρας»;
κ. Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ: «Θεωρώ ότι οι πρόσφατες εξελίξεις μπορούν να σας δώσουν τις απαραίτητες και αληθινές απαντήσεις. Άμεσα, μετά την εκλογή του και την ανάληψη της ευθύνης της Κυβέρνησης στην Ελλάδα, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν να επικοινωνήσει με τον Πρωθυπουργό Γκρούεβσκι και να τον καλέσει σε συνάντηση, λέγοντας ότι δεν γνωρίζονται προσωπικά και ότι είναι απαραίτητο να συναντηθούν, να δουν ποιοί είναι, πώς σκέφτονται, πώς προσεγγίζουν τα πράγματα. Πιστεύουμε πολύ στην αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα και αξία της πραγματοποίησης απευθείας επαφών. Αυτές μπορούν να συνεισφέρουν μόνον θετικά στη διαδικασία διαπραγμάτευσης που διεξάγεται στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Θέλουμε να συνεχίσουμε αυτές τις προσπάθειες. Υπήρξε ακόμη μία συνάντηση μεταξύ των κ.κ. Παπανδρέου και Γκρούεβσκι, ενώ και εγώ προσωπικά πραγματοποίησα περισσότερες συναντήσεις με τον ΥΠΕΞ της χώρας σας, Αντόνιο Μιλόσοσκι. Την τελευταία φορά είχαμε σύντομη συνάντηση σε μία άτυπη διάσκεψη της ΕΕ στην Ισπανία, πριν από λίγες ημέρες. Κρίνουμε ότι οι συναντήσεις αυτές είναι χρήσιμες και πρέπει να συνεχιστούν. Πρέπει, όμως, να διεξαχθούν με τον κατάλληλο, τρόπο, ορθά. Δηλαδή να μην είναι μόνον συναντήσεις για δημόσιες σχέσεις. Χρειάζεται να προετοιμαστούμε για τέτοιες συναντήσεις με τρόπο, ώστε να έχουν ουσία. Νομίζω πως αν σκέφτεται έτσι και ο Πρωθυπουργός Γκρούεβσκι, σίγουρα έχει τη μοναδική ευκαιρία να οδηγήσει τη χώρα του προς την ευρωπαϊκή οικογένεια. Πιστεύω ότι θα λάβει τις απαραίτητες και ορθές αποφάσεις, αξιοποιώντας αυτή την ευκαιρία για τη χώρα σας. Τέλος, για μια ακόμη φορά θα ήθελα να αποστείλω ένα πολύ σαφές και σημαντικό για εμάς μήνυμα: Η Ελλάδα δεν είναι εχθρός. Ενίοτε έχουμε την αίσθηση και βλέπουμε ότι η εικόνα στη χώρα σας είναι διαστρεβλωμένη, ότι η Ελλάδα δεν είναι πραγματικός φίλος και εταίρος. Σας διαβεβαιώ ότι η Ελλάδα είναι φίλος και εταίρος σας. Αγωνιζόμαστε και εργαζόμαστε ώστε να έχουμε σχέσεις καλής γειτονίας με τη χώρα σας και αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα που πρέπει να δεχθούν και να αποδεχθούν όλοι».