Α6 Δ/νση Αραβικών Χωρών
& Μέσης Ανατολής
Σ Η Μ Ε Ι Ω Μ Α
Μείζονες παράμετροι (“Core Issues”) της προσπάθειας τελικής διευθέτησης του Παλαιστινιακού
1. Σύνορα
Το ζήτημα των συνόρων είναι από τα πλέον καθοριστικά οιασδήποτε βιώσιμης διευθετήσεως, σε ό,τι αφορά την δημιουργία Παλαιστινιακού κράτους.
Για τους Παλαιστινίους, τα σύνορα οφείλουν να διασφαλίζουν την εδαφική συνοχή (“contiguity”) του κράτους τους και να περιλαμβάνουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό των κατεχομένων εδαφών της Δυτ. Όχθης, καθώς και το σύνολο της Λωρίδας της Γάζας. Η οικονομική βιωσιμότητα του Παλαιστινιακού κράτους εξαρτάται από την χάραξη των συνόρων, αφ’ ενός υπό την έννοια της συμπερίληψης των εκτάσεων που ανήκουν και καλλιεργούνται από Παλαιστίνιους αγρότες, αφ’ ετέρου υπό την έννοια της διευκόλυνσης των απαραίτητων για κάθε οικονομική δραστηριότητα μετακινήσεων.
Για τους Ισραηλινούς, η χάραξη των συνόρων θεωρείται πρωτίστως υπό το πρίσμα της ασφάλειας.
Για την Διεθνή Κοινότητα , η διαπερατότητα των συνόρων συνιστά μείζονα προϋπόθεση της ειρηνικής συμβίωσης Ισραήλ και Παλαιστινιακού κράτους και οικοδόμησης ενιαίου χώρου οικονομικής δραστηριότητας. Επίσης, για την Διεθνή Κοινότητα, η χάραξη των συνόρων είναι συναφής με τις εγγυήσεις ασφαλείας (= buffer zones και ανάπτυξη ειρηνευτικών δυνάμεων) τις οποίες θα πρέπει να αναλάβει.
2. 2. Ισραηλινοί εποικισμοί
Είναι ίσως το πιο ακανθώδες ζήτημα, το οποίο και θα κρίνει, εν πολλοίς, την έκβαση της διαπραγμάτευσης. Οι εποικισμοί συνιστούν μείζον εσωτερικό θέμα στο Ισραήλ, με μεγάλες κοινωνικές και θρησκευτικές διαστάσεις. Οι Ισραηλινοί εποικισμοί (“settlements”) στην Δυτική Όχθη, ιδίως πέριξ της Ιερουσαλήμ συνιστούν οργανωμένα οικιστικά σύνολα όπου πλέον διαμένουν πέραν των 400.000 χιλιάδων ατόμων. Η εποικιστική δραστηριότητα έχει ενταθεί μετά την Διάσκεψη της Αννάπολης, πολιτική που καταδικάζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Κουαρτέτο και τον Αραβικό Σύνδεσμο.
Ιδιαίτερη μορφή εποικισμών συνιστούν τα λεγόμενα “outposts” τα οποία συνήθως αποτελούνται από κάποια τροχόσπιτα σε επίκαιρες κορυφές ή βουνοπλαγιές με αναπεπταμένη την ισραηλινή σημαία. «Κατοικούνται» περιοδικά, συνήθως από μέλη «ορθοδόξων» Εβραϊκών κομμάτων και οργανώσεων, οι οποίοι εφαρμόζουν την Βιβλική εντολή να εποικίζουν κατά βούληση την γη που ο Θεός διέθεσε στις φυλές του Ισραήλ. Σύμφωνα με τον Οδικό Χάρτη, οι παράνομοι (και κατά την Ισραηλινή νομοθεσία) αυτοί εποικισμοί οφείλουν να διαλυθούν.
Οι τριβές μεταξύ εποίκων και Παλαιστινίων ιδίως σε ότι αφορά την κατανομή γαιών, πηγών κλπ. τροφοδοτούν σταθερά την αντιπαράθεση και τις βίαιες εκατέρωθεν ενέργειες,
3. 3. Επιστροφή προσφύγων
Το 1 εκ. Παλαιστινίων προσφύγων της περιόδου 1947-49, (που κατέφυγε στη Λωρίδα της Γάζα, στη Δυτ. Όχθη της τότε Υπεριορδανίας και στο Λίβανο) διογκώθηκε περαιτέρω από τις συγκρούσεις του 1967. Η δημογραφική προβολή των τότε προσφύγων ανέρχεται σήμερα σε 4 εκ. Παλαιστινίων που ζουν κυρίως σε Συρία, Λίβανο, Ιορδανία και στα κράτη του Κόλπου.
Η επιστροφή στις αρχικές τους εστίες, όπως προέβλεψε η απόφαση 181/49 των Ην. Εθνών, αποτελεί θέμα αρχής, δηλ. προϋπόθεση για οποιαδήποτε βιώσιμη διευθέτηση.
4. 4. Καθεστώς Ιερουσαλήμ
T o Ισραήλ θεωρεί το σύνολο της πόλης ως νόμιμη πρωτεύουσά του. Ήδη από το 1949 η KNESSET συνεδρίαζε στο Δυτικό, υπό Ισραηλινό έλεγχο, τμήμα της. Το 1980, το Ισραήλ προσήρτησε το Ανατολικό τμήμα που είχε καταλάβει με τον πόλεμο του 1967. Κανένα Ευρωπαϊκό κράτος ούτε και οι ΗΠΑ έχουν αναγνωρίσει αυτήν την προσάρτηση. Επισήμως, το Ισραήλ αναγνωρίζεται ως κατοχική δύναμη στην Αν. Ιερουσαλήμ (βλ. γνωμοδότηση Malcolm Rifkind (1996) προς το Προξενικό Σώμα των Ιεροσολύμων).
Οι Διπλωματικές Αποστολές (Γεν. Προξενεία, Προξενεία) στα Ιεροσόλυμα έχουν και διατηρούν δικαιοδοσία στην Δυτ. Όχθη και στην Γάζα δυνάμει της Αποφάσεως 181/1947 της Γ. Σ. των Ην. Εθνών που προέβλεπε την διαίρεση της Παλαιστίνης σε δύο κράτη, Ισραηλινό και Αραβικό. Ωστόσο, η ίδια η πόλη της Ιερουσαλήμ (και οι πέριξ κωμοπόλεις Βηθλεέμ, Abu Dis, Shrifat) σύμφωνα με την ως άνω απόφαση συνιστούσαν αδιαίρετο Corpus Separatum, άρα παραμένουν στην δικαιοδοσία των Προξενικών Αρχών των Ιεροσολύμων και εκτός δικαιοδοσίας των διαπιστευμένων στο Ισραήλ Πρεσβευτών. Μετά τη Συνθήκη Ειρήνης Ιορδανίας – Ισραήλ (1994) οι Πρεσβείες απέκτησαν αρμοδιότητα στην Δυτ. Ιερουσαλήμ που κατακυρώθηκε στο Ισραήλ, όχι όμως και στην Ανατολική που παραμένει κατεχόμενο έδαφος. Οι Πρόξενοι και Γεν. Πρόξενοι δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν exequatur από το Ισραήλ, διότι η Ισραηλινή παρουσία στην Ιερουσαλήμ θεωρείται αντιβαίνουσα την διεθνή νομιμότητα..
Το καθεστώς της Ιερουσαλήμ δεν προσδιορίζεται μόνο από την όποια πολιτική συμφωνία των δύο πλευρών. Συμπυκνώνονται στην πόλη τα προβλήματα των εποικισμών, της επιστροφής των προσφύγων και των συνόρων. Επίσης, θα πρέπει να διασφαλισθεί η δυνατότητα ακώλυτης πρόσβασης στα Ιερά Προσκυνήματα εκάστης θρησκείας. Το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης και κυκλοφορίας σε συνάρτηση με την κατοχύρωση της ασφάλειας των δύο πλευρών αποτελούν δύο ακόμη παραμέτρους της λειτουργίας του όποιου καθεστώτος προβλεφθεί.
Η ιδεολογική και σημειολογική σημασία της ρύθμισης του καθεστώτος της Ιερουσαλήμ για το σύνολο του Μουσουλμανικού, και Χριστιανικού κόσμου καθώς και για τους απανταχού Εβραίους επιβάλλει αυξημένη εμπλοκή του διεθνούς παράγοντα,
5. 5. Η κατανομή των υδατίνων πόρων
Οι υδάτινοι πόροι στην Εγγύς Ανατολή και ιδιαίτερα στην Ισραηλινό-Αραβική σύγκρουση έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο από το 1947 και εντεύθεν. Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις Ισραήλ-Ιορδανίας και Ισραήλ-Συρίας, η εξασφάλιση των υδάτων του Ιορδάνη αποτέλεσε πηγή διαρκών συγκρούσεων. Και σήμερα ο Ιορδάνης και τα περιορισμένα αποθέματα νερού στην Δ. Όχθη συνεχίζουν να έχουν καθοριστική γεωστρατηγική σημασία και, συνεπώς, παραμένουν αντικείμενα πολιτικής διαμάχης.
Δεκέμβριος 2008