Η Ελλάδα θεωρεί την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ως τη μόνη διαφορά, και πάντως νομικής φύσεως, μεταξύ των δύο χωρών και συνεπώς προκρίνει τη δικαστική διευθέτησή της. Αντιθέτως, η Τουρκία θέτει το ζήτημα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές ότι οι διεκδικήσεις της υπερβαίνουν κατά πολύ τα δικαιώματά της τα οποία απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο. Ουσιαστικά, η Τουρκία αποβλέπει στην απόκτηση δικαιωμάτων υφαλοκρηπίδας δυτικά των ελληνικών νήσων του Ανατολικού Αιγαίου και κατά συνέπεια στον εγκλωβισμό αυτών σε μία ζώνη τουρκικής δικαιοδοσίας. Το γεγονός ότι η τουρκική άποψη δεν βασίζεται σε κανένα κανόνα του Διεθνούς Δικαίου, αποκαλύτπει την επιδίωξη της Τουρκίας να αναγάγει μια διαφορά νομικής φύσεως, σε πολιτική.
Ιστορικό του προβλήματος
Η ελληνοτουρκική διαφορά για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου χρονολογείται από το Νοέμβριο 1973, όταν δημοσιεύθηκε στην Τουρκική Εφημερίδα της Κυβέρνησης απόφαση παραχώρησης στην κρατική τουρκική εταιρεία πετρελαίων αδειών διεξαγωγής ερευνών σε υποθαλάσσιες περιοχές πλησίον ελληνικών νήσων. Σε αντίστοιχη πράξη προχώρησε η Τουρκική Κυβέρνηση και το 1974, επεκτείνοντας τις ήδη εκχωρηθείσες περιοχές. Επιπλέον, το 1974 και το 1976 πραγματοποιήθηκαν έρευνες στο Αιγαίο από τουρκικά ωκεανογραφικά σκάφη (Τσανταρλί και Χόρα).
Σε μία προσπάθεια μείωσης της έντασης, από τις ως άνω τουρκικές ενέργειες έλαβαν χώρα συνομιλίες μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στη Βέρνη και στις 11/11/1976 οι δυο χώρες προχώρησαν στην υπογραφή του ομώνυμου Πρακτικού, που έθετε το πλαίσιο συμπεριφοράς για τον περαιτέρω χειρισμό του ζητήματος έως ότου υποβληθεί στο Διεθνές Δικαστήριο. Μετά την άρνηση της Τουρκίας να προσφύγει σε αυτό, το Πρακτικό της Βέρνης έπαυσε να ισχύει.
Λόγω της τουρκικής αρνήσεως να επιλύσει το θέμα με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, η εκκρεμότητα συνεχίστηκε ως το Μάρτιο του 1987, οπότε η κρίση έφθασε στα όρια ένοπλης αντιπαράθεσης, όταν το τουρκικό πλοίο Σισμίκ-1, συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά, άρχισε την κάθοδό του στο Αιγαίο, προκειμένου να πραγματοποιήσει έρευνες έξω από την αιγιαλίτιδα ζώνη ελληνικών νήσων. Η κρίση εκτονώθηκε με την ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ των δύο Πρωθυπουργών, οπότε και δόθηκε η ευκαιρία στην Ελλάδα να επαναδιατυπώσει τις πάγιες θέσεις της για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, στην οποία εμμένει μέχρι σήμερα.
Το αντικείμενο και η φύση της διαφοράς
Το ζήτημα έγκειται στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας σε δύο συγκεκριμένα σημεία, δηλαδή αφενός στη θαλάσσια προέκταση της συνοριακής γραμμής στη Θράκη και αφετέρου στα πλησίον της Τουρκικής ακτής ευρισκόμενα νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου και στη Δωδεκάνησο. Δεν αφορά σαφώς σε ολόκληρη την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου όπως όψιμα ισχυρίζεται η Τουρκία, η οποία άλλωστε είχε παραχωρήσει άδειες διεξαγωγής πετρελαϊκών ερευνών μόνο για τα δύο προαναφερόμενα σημεία.
Επιπλέον, όπως σαφώς προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο και τη σχετική νομολογία (Σύμβαση της Γενεύης 1958, Σύμβαση 1982 Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας, Απόφαση Διεθνούς Δικαστηρίου για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας 1969) τα νησιά έχουν πλήρη δικαιώματα υφαλοκρηπίδας παρά τους περί του αντιθέτου αβάσιμους νομικά ισχυρισμούς της Τουρκίας.
Ως προς την επίλυση της διαφοράς, η Τουρκία επικαλείται την αρχή της ευθυδικίας (equity), χωρίς να μπορεί να τη στηρίξει σε κριτήρια ασφαλή και συγκεκριμένα. Σύμφωνα με την Ελλάδα για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας εφαρμόζεται το Διεθνές Δίκαιο (συμβατικό και εθιμικό), στο πλαίσιο του οποίου ο κανόνας της μέσης γραμμής αποτελεί την επικρατούσα αρχή του Δικαίου της οριοθέτησης. Αυτό άλλωστε βεβαιώνεται και από τη διεθνή πρακτική.
Επιπλέον, κατά τη διεθνή πρακτική, οι "ειδικές περιστάσεις" (εγγύτητα ορισμένων ελληνικών νήσων στα τουρκικά παράλια) που αυθαίρετα επικαλείται η Τουρκική πλευρά για την επίλυση του προβλήματος της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, δεν αποτελούν παρά εξαίρεση του κανόνα εφαρμογής της μέσης γραμμής. Κατά συνέπεια, οι απόψεις αυτές δεν δύνανται να δικαιολογήσουν μετάθεση της μέσης γραμμής από το Ανατολικό στο Κεντρικό Αιγαίο, αλλά ούτε και να θέσουν εν αμφιβόλω την εφαρμογή του διεθνούς συμβατικού και εθιμικού κανόνα, ότι τα νησιά έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα.