Εξέλιξη των σχέσεων - Ιστορικό
H ελληνική εξωτερική πολιτική εδράζεται σε ένα σύνολο αρχών που αφορούν στη σταθερότητα και στο απαραβίαστο των συνόρων, στην ειρηνική διευθέτηση των διαφορών επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου και στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Eίναι μια πολιτική που στοχεύει μέσω ουσιαστικών πρωτοβουλιών στη διαμόρφωση ενός πλαισίου αρχών και κανόνων δημοκρατίας και Δικαίου, που θα ισχύουν στην ευρύτερη περιοχή μας. Καθώς, μάλιστα, συστατικό κομμάτι αυτού του χώρου αποτελεί και η Τουρκία, η πολιτική της Ελλάδας απέναντί της δεν θα μπορούσε παρά να είναι συνεπής με την πολιτική της για ολόκληρη την περιοχή.
Το νέο διεθνές περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης και της ενίσχυσης των περιφερειακών ενώσεων, αλλά και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας συνιστούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο χαράσσεται και υλοποιείται η ελληνική εξωτερική πολιτική έναντι της γείτονος.
Σύντομο ιστορικό ε/τ σχέσεων
Την επαύριο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου διανοίγεται μία νέα περίοδος συνεργασίας των δύο χωρών, οι οποίες, ως σύμμαχοι πλέον στο ΝΑΤΟ, καλούνται να αντιμετωπίσουν από κοινού τη νέα διεθνή πραγματικότητα. Το ζήτημα, όμως, του καθεστώτος της Κύπρου, επηρέασε αρνητικά, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄50, την πορεία των διμερών σχέσεων. Το ζήτημα αυτό, επιπλέον, διασυνδέθηκε άμεσα με την τύχη του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1955 σημειώθηκε οργανωμένη επίθεση τουρκικού όχλου κατά της ελληνικής ομογένειας με σημαντικό αριθμό θυμάτων και εκτεταμένη καταστροφή των περιουσιών της.
Συνέπεια των γεγονότων αυτών ήταν η προοδευτική φυγή των Ελλήνων ομογενών, οι οποίοι πλήρωσαν το τίμημα των τουρκικών αντιδράσεων στον αγώνα των Ελληνοκυπρίων. Το 1964 οι τουρκικές αρχές απελαύνουν μαζικά τους Έλληνες υπηκόους που διαβιούν στην Τουρκία. Παράλληλα, μέτρα λαμβάνονται και κατά των ελληνικής καταγωγής Τούρκων υπηκόων, καθώς και εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στο πλαίσιο αυτό κλείνουν τα ελληνικά μειονοτικά σχολεία στην Ίμβρο και στην Τένεδο, ενώ το 1971 κλείνει και η Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Κατά τη δεκαετία του 1970 ξεκινά μία παρατεταμένη περίοδος εντάσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την αμφισβήτηση της διεθνούς νομιμότητας από την Τουρκία σε δύο επίπεδα. Ήδη από το 1973 εκδηλώνεται σειρά μονομερών ενεργειών αναθεώρησης του διεθνούς νομικού καθεστώτος του Αιγαίου και ακολουθεί το 1974 η προσπάθεια κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την εισβολή και κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου.
Η ένταση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας κορυφώθηκε κατά την επόμενη δεκαετία. Οι δύο χώρες έφθασαν στα όρια ένοπλης αντιπαράθεσης το Μάρτιο του 1987 λόγω της απόπειρας τουρκικών ερευνών σε υποθαλάσσια περιοχή του Αιγαίου επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Η κρίση εκτονώθηκε με την ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ των Πρωθυπουργών Παπανδρέου και Ozal. Στη συνέχεια η συνάντηση των δύο ανδρών στο Νταβός της Ελβετίας το Φεβρουάριο του 1988, σηματοδότησε την απαρχή εκατέρωθεν προσπαθειών στην κατεύθυνση της ύφεσης, χωρίς ωστόσο οι διμερείς σχέσεις να απαλλαγούν από το βάρος των τουρκικών διεκδικήσεων.
Πράγματι, από τη δεκαετία του 1990 η Τουρκία απειλεί με πόλεμο στην περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα. Επιπρόσθετα, θέτει θέμα κυριαρχίας της σε τμήμα της ελληνικής επικράτειας (΄Ιμια).
Η χώρα μας, από πλευράς της, συνεκτιμώντας τα χρονίζοντα προβλήματα υιοθέτησε τολμηρή προσέγγιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στοχεύοντας στη δρομολόγησή τους σε ένα πλαίσιο καλής γειτονίας, που διέπεται από διεθνώς ισχύοντες κανόνες Δικαίου. Το 1999 εγκαινιάσθηκε μία νέα διαδικασία προσέγγισης Ελλάδας - Τουρκίας, τόσο σε διμερές επίπεδο, όσο και στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής της γείτονος, την οποία η χώρα μας σταθερά υποστηρίζει.
Τα τελευταία χρόνια σημειώνεται σταθερά βελτίωση του κλίματος των διμερών σχέσεων μας με την Τουρκία, στην οποία συνέβαλαν καθοριστικά οι επαφές μεταξύ εκπροσώπων όλου του φάσματος των κοινωνιών των δύο χωρών. Στην εξέλιξη αυτή συνέτεινε η θετική εντύπωση που δημιουργήθηκε στην κοινή γνώμη των δύο χωρών από την εκατέρωθεν παροχή βοηθείας σε συνέχεια των καταστροφικών σεισμών που έπληξαν τις δύο χώρες. Με αφετηρία τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, έλαβε χώρα ένας μεγάλος αριθμός επαφών μεταξύ εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, εκπροσώπων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, επιστημόνων, πανεπιστημιακών, μαθητών, σπουδαστών κλπ. Οι συναντήσεις αυτές απέφεραν τη διοργάνωση επισκέψεων, συναντήσεων, ημερίδων, αδελφοποιήσεων και, γενικά, την έναρξη συνεργασίας σε μεγάλη έκταση. Είναι προφανές ότι ο ρόλος των πολιτών εν προκειμένω υπήρξε καθοριστικός, συμβάλλοντας στη μείωση του ελλείμματος γνώσης που έχει η κοινή γνώμη εκάστης των δύο χωρών για την άλλη. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε σταδιακά η πρωτοβουλία προσέγγισης και συνεργασίας των δύο χωρών σε πολιτικώς μη ευαίσθητα θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.