Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Οι ευρείας εκτάσεως ανθρωπιστικές καταστροφές που έπληξαν την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα την Ρουάντα, την Σομαλία την Βοσνία και το Κόσσοβο, και ο διαφορετικός, και συγχρόνως αμφιλεγόμενος, κατά περίπτωση*, τρόπος με τον οποίο η Διεθνής Κοινότητα αντέδρασε στις κρίσεις που προκάλεσαν τα δραματικά γεγονότα στις περιοχές αυτές, συνέβαλε στην διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής αντιλήψεως, απότοκο του προβληματισμού των μελών του διεθνούς συστήματος ως προς την υποχρέωση να επέμβουν και να αποτρέψουν μια συντελούμενη ανθρωπιστική καταστροφή.
Η θεμελιώδης φιλοσοφία της Responsibility to Protect (R2P), όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται η αντίληψη αυτή, έγκειται στο εύρος της ευθύνης που έχουν τα κράτη να αναλάβουν δράση με σκοπό την προστασία πληθυσμών στο εσωτερικό κρατών που εξαιτίας μιας σειράς γεγονότων (εμφύλια σύρραξη, ακυβερνησία, παρατεταμένη αστάθεια, καταστολή ) κινδυνεύουν με αφανισμό, λιμοκτονία ή μαζικό εκτοπισμό. Η βασική ωστόσο (conditio sine qua non ) προυπόθεση για την εξέταση του ενδεχομένου της ανθρωπιστικής επεμβάσεως είναι η διαπιστωμένη αδυναμία ή απροθυμία του κράτους να αποκαταστήσει συνθήκες σταθερότητας στο εσωτερικό του ώστε να αποφευχθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις για τους εντός της επικράτειάς του διαβιούντες πληθυσμούς.
Β. ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Το 1999 ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, στο πλαίσιο των εργασιών της 54ης Γενικής Συνελεύσεως θέλοντας ουσιαστικά να δείξει ότι ο τρόπος αντίδρασης στις κρίσεις που προηγήθηκαν δεν έλυσε το πρόβλημα, κάλεσε τα κράτη να αναλογιστούν τους ευθύνες τους απέναντι στις κατά συρροή παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις χώρες που σαρώθηκαν από εμφύλιες συγκρούσεις και να εργασθούν για την εξεύρεση λύσεων για την αποτροπή καταστροφών ανθρωπιστικής φύσεως.
Τον επόμενο χρόνο ο Καναδάς συνέστησε μια Επιτροπή Ειδικών για την μελέτη του θέματος, το πόρισμα της οποίας εξεδόθη το 2001 και αναλύει διεξοδικά τις έννοιες και τις αρχές που συνδέονται με την εφαρμογή και τα πρακτικά ζητήματα της Responsibility to Protect.
Το 2005, το κείμενο της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής έδωσε στην R2P την νομιμοποιητική της βάση** αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ευθύνη Κρατών και Διεθνούς Κοινότητας για την προστασία των πληθυσμών από τον κίνδυνο της γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου, εθνικών εκκαθαρίσεων και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στο ενδεχόμενο ανάληψης συλλογικής δράσεως δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Η.Ε, εφόσον το κράτος αδυνατεί να αποτρέψει τα προαναφερθέντα εγκλήματα. Ακολούθησε το 2006 η Απόφαση 1674 του Συμβουλίου Ασφαλείας που επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα εφαρμογής της «Ευθύνης Προστασίας».
Αν και κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη ανάληψης δράσης για την αποτροπή ανθρωπιστικών καταστροφών, το κύριο ερώτημα που λειτουργεί ως καταλύτης στον διάλογο γύρω από την εφαρμογή της Responsibility to Protect είναι η διαφύλαξη της αρχής της κρατικής κυριαρχίας*** ως απαραβίαστης σταθεράς του Διεθνούς Δικαίου με σκοπό να αποφευχθούν παρερμηνείες ως προς την αξία της.
Κατά συνέπεια επιχειρείται να προκαθορισθούν με σαφήνεια τα κριτήρια που θα επιτρέπουν την ενεργοποίηση της R2P. Όταν για παράδειγμα οι ανθρώπινες απώλειες θεμελιώνουν το έγκλημα της γενοκτονίας, η απαγόρευση της οποίας αποτελεί κανόνα jus cogens, και εφόσον το κράτος αδυνατεί ή δεν θέλει να δώσει λύση, θα εξετασθεί το ενδεχόμενο επεμβάσεως για την αποκατάσταση της εσωτερικής ειρήνης. Ο σαφής προσδιορισμός της αποστολής της ανθρωπιστικής επιχείρησης (clear objectives ), η οριοθέτηση κανόνων εμπλοκής (rules of engagement) και η συνεργασία με τις αρχές του κράτους που συναινεί στην επέμβαση συνιστούν βασικές προυποθέσεις για την επιτυχία της.
Εξίσου σημαντικό θεωρείται και το ζήτημα της διαφύλαξης και ενίσχυσης της εσωτερικής σταθερότητας ενός κράτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε ανθρωπιστική επιχείρηση (Post-Conflict Rehabilitation και Capacity Building) έργο που μπορεί να αναλάβει η Επιτροπή Οικοδόμησης της Ειρήνης, ενώ ανάλογο περιεχόμενο θα μπορούσε να δοθεί στις Εντολές των Ειρηνευτικών Επιχειρήσεων.
Η τρέχουσα τάση που διέπει τον γενικό προβληματισμό γύρω από τις απειλές κατά της διεθνούς ασφάλειας και τους παράγοντες που προκαλούν αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό των κρατών δίνει έμφαση στην πρόληψη, κατά συνέπεια η Responsibility to Prevent αποκτά μεγαλύτερη αξία αναλογικά προς το κόστος πολιτικό ή στρατιωτικό που συνοδεύει μια ανθρωπιστικού χαρακτήρα επέμβαση. Τα περισσότερα πολιτικά κείμενα των Ην. Εθνών και της ΕΕ που ασχολούνται με την καταπολέμηση των σύγχρονων απειλών, αποδίδουν ξεχωριστό βάρος στον έγκαιρο εντοπισμό και την προειδοποίηση (early detection and warning) για τις συνθήκες που προκαλούν ακυβερνησία ή κατάρρευση ενός κράτους με συνέπεια αυτό να αδυνατεί να προστατεύσει τους πληθυσμούς του.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*. Στην περίπτωση της Ρουάντα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν συμφώνησαν για την ανάληψη δράσεως, με αποτέλεσμα μακροπρόθεσμα να επέλθει αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή των Μεγάλων Λιμνών της Αφρικής, ενώ ο προβληματικός σχεδιασμός στην επιχείρηση της Σομαλίας, διέλυσε τον πολιτικοοικονομικό ιστό του Αφρικανικού αυτού κράτους που έχει περιέλθει σε καθολική ακυβερνησία (state failure) τα τελευταία 15 χρόνια με τις γνωστές συνέπειες, η κυριότερη από τις οποίες ήταν η σταδιακή ανάδυση της βιομηχανίας της πειρατείας.
**. Παράγραφοι 138 και 139 Κειμένου Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής.
***. Το άρθρο 2.1 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ θεμελιώνει την έννοια της κρατικής κυριαρχίας.
Τελευταία ενημέρωση: Δεκέμβριος 2008